Connect with us

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ... ΖΩΗΣ

Το Φως του Φεγγαριού – Του Ανδρέα Παναγιωτάκη

Κάποτε σε μια πολιτεία κρυμμένη ανάμεσα σε βουνά και ασημένια ποτάμια, ζούσε η Ειρήνη, ένα κορίτσι με μάτια που καθρέφτιζαν τα όνειρα των άλλων. Η καρδιά της ήταν γεμάτη καλοσύνη, μα ο κόσμος γύρω της είχε αρχίσει να ξεχνά το φως.

Τα βράδια, όταν η σιωπή σκέπαζε τις στέγες, η Ειρήνη ανέβαινε στον παλιό πύργο της πόλης και μιλούσε στο φεγγάρι, σαν να ήταν παλιός της φίλος. Δεν ζητούσε πλούτη ούτε δόξα. Μονάχα ευχόταν να θυμηθούν οι άνθρωποι πώς να αγκαλιάζουν, πώς να συγχωρούν, πώς να ελπίζουν.

Ένα τέτοιο βράδυ, καθώς σύννεφα αργυρά ταξίδευαν χαμηλά, ένα παράξενο φως κύλησε από τον ουρανό και στάθηκε μπροστά της. Μέσα στο φως στεκόταν ένας νεαρός με ξανθά μαλλιά και βλέμμα που έλαμπε σαν φεγγαρόφωτο.

Φορούσε μανδύα λευκό, κεντημένο με λεπτές ασημένιες γραμμές, και στο στήθος του έλαμπε ένα μικρό μισοφέγγαρο. Η Ειρήνη δεν φοβήθηκε. Η καρδιά της αναγνώρισε εκείνο το φως, λες και τον περίμενε από πάντα.

«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε.

Ο νεαρός χαμογέλασε ήρεμα. «Με λένε Ανδρέα, μα εκεί ψηλά με φωνάζουν Φως του Φεγγαριού, γιατί όπου πέφτει η σκιά, εκεί στέλνομαι να θυμίζω το απαλό φως.»

Της είπε πως ο κόσμος είχε βαρύνει από λύπη, κι ότι οι άνθρωποι έκλειναν τις καρδιές τους σαν παράθυρα σε καταιγίδα. «Μόνος μου δεν μπορώ, Ειρήνη,» είπε. «Το φεγγάρι φωτίζει, μα χρειάζεται μια ανθρώπινη καρδιά για να ζεστάνει.»

Έτσι ξεκίνησαν μαζί ένα ταξίδι μέσα στη νύχτα, περνώντας από χωριά που είχαν ξεχάσει τα τραγούδια και πόλεις που είχαν ξεχάσει τα χαμόγελα. Ο Ανδρέας σήκωνε το χέρι και ασημένιες ακτίνες γλιστρούσαν στους δρόμους, μαλακές σαν χάδι.

Η Ειρήνη ακουμπούσε τους ανθρώπους στον ώμο, τους μιλούσε γλυκά, τους θύμιζε ιστορίες από παιδικά καλοκαίρια και χειμώνες με ζεστό ψωμί. Σιγά σιγά, τα παράθυρα άνοιγαν. Ένα γέλιο εδώ, μια συγχώρεση εκεί, ένα δάκρυ που γινόταν αγκαλιά.

Όμως στην άκρη της γης υπήρχε ένα βασίλειο βουβό, σκεπασμένο από παχιά σκιά. Εκεί κυβερνούσε ο Βασιλιάς της Λησμονιάς, που έτρεφε τη δύναμή του όσο οι άνθρωποι ξεχνούσαν να αγαπούν.

«Αν σβήσει και το τελευταίο φεγγαρόφωτο, θα μείνω αιώνιος,» μουρμούριζε.

Ο Ανδρέας και η Ειρήνη πέρασαν τα σύνορα εκείνης της χώρας, κι ο αέρας έγινε βαρύς σαν πέτρα. Οι άνθρωποι περπατούσαν σκυφτοί, με μάτια σβηστά, λες και η ελπίδα ήταν παραμύθι ξεχασμένο.

Ο Βασιλιάς της Λησμονιάς φάνηκε μέσα από καπνό μαύρο. «Γυρίστε πίσω, φωτεινά πλάσματα, εδώ δεν χωρούν θαύματα.»

Η Ειρήνη έσφιξε το χέρι του Ανδρέα. Έτρεμε, μα προχώρησε. «Δεν φέρνουμε θαύματα,» είπε. «Μονάχα μνήμη. Θυμίζουμε στους ανθρώπους ποιοι ήταν πριν φοβηθούν.»

Ο Βασιλιάς γέλασε, κι η σκιά απλώθηκε σαν κύμα.

Τότε ο Ανδρέας άνοιξε τον μανδύα του, και από μέσα ξεχύθηκε φεγγαρόσκονη, χιλιάδες λαμπερές σταγόνες. Η Ειρήνη έτρεξε ανάμεσα στους ανθρώπους, αγγίζοντας μέτωπα, ψιθυρίζοντας ονόματα αγαπημένα, ξεχασμένες υποσχέσεις, παλιά νανούρισματα.

Ένας άντρας θυμήθηκε τη φωνή της μητέρας του. Μια γυναίκα θυμήθηκε πώς γελούσε παιδί. Τα μάτια άρχισαν να λάμπουν, μικρές φλόγες μέσα στο σκοτάδι.

Ο Βασιλιάς της Λησμονιάς ούρλιαξε, καθώς το σώμα του γινόταν καπνός που τον σκόρπιζε ο άνεμος. Όταν η σκιά διαλύθηκε, ο ουρανός φώτισε σαν αυγή, αν και ήταν ακόμα νύχτα.

Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλον, σαν να ξανασυστήνονταν. Η Ειρήνη χαμογέλασε με δάκρυα χαράς, και ο Ανδρέας την κοίταξε όπως κοιτά κανείς το πρώτο φως της μέρας.

«Τώρα ξέρεις, Ειρήνη,» της είπε, «γιατί σε διάλεξε το φεγγάρι. Δεν είσαι πολεμίστρια με σπαθί, μα με καρδιά που θυμίζει στους άλλους πως είναι άνθρωποι.»

Η Ειρήνη γέλασε σιγανά. «Κι εσύ δεν είσαι μονάχα φως, Ανδρέα. Είσαι ο δρόμος που οδηγεί ως εκεί.»

Όταν γύρισαν στην πολιτεία τους, οι άνθρωποι τους υποδέχτηκαν με τραγούδια που είχαν γεννηθεί εκείνη τη νύχτα. Κανείς δεν τους είδε να φεύγουν ξανά, μα λένε πως όποτε μια καρδιά κινδυνεύει να παγώσει, ένα απαλό φεγγαρόφωτο γλιστρά κοντά.

Και μια φωνή γλυκιά θυμίζει: αγάπα, συγχώρεσε, θυμήσου.

Ίσως τότε να είναι ο Ανδρέας, το Φως του Φεγγαριού, που περνά. Ίσως να είναι η Ειρήνη, που σου αγγίζει την ψυχή αθόρυβα. Και ίσως το μεγαλύτερο θαύμα να ήταν πάντα αυτό: πως το φως δεν έρχεται για να διώξει το σκοτάδι με πόλεμο, αλλά για να θυμίσει ότι ακόμα και η πιο μικρή καρδιά μπορεί να γίνει φεγγάρι για κάποιον άλλον.

Κι έτσι το παραμύθι τους ταξιδεύει από στόμα σε στόμα, σαν μυστικό που αρνείται να σβήσει. Οι γέροντες το λένε στα παιδιά δίπλα στη φωτιά, κι εκείνα κοιτάζουν τον ουρανό ψάχνοντας ένα φεγγάρι λίγο πιο λαμπερό.

Οι ερωτευμένοι το ψιθυρίζουν σε νύχτες ήσυχες, πιστεύοντας πως κάθε αγκαλιά κρύβει μέσα της μια στάλα από εκείνο το ασημένιο φως. Κι όσοι νιώθουν μόνοι, όταν όλα φαίνονται χαμένα, θυμούνται πως κάποτε μια κοπέλα μίλησε στο φεγγάρι χωρίς να ζητήσει τίποτα για τον εαυτό της.

Και πως εκείνο το φεγγάρι της απάντησε στέλνοντας έναν φίλο με μάτια λαμπερά και όνομα φτιαγμένο από φως.

Αν λοιπόν βρεθείς ένα βράδυ κάτω από ουρανό καθαρό και νιώσεις μια γαλήνη που δεν ξέρεις από πού έρχεται, μην βιαστείς να την εξηγήσεις. Άφησέ την να σε τυλίξει σαν μανδύα ασημένιο, γιατί μπορεί να είναι το Φως του Φεγγαριού που περνά από δίπλα σου, και η Ειρήνη που σου χαμογελά μέσα από μια ξαφνική καλοσύνη ενός αγνώστου.

Τότε θα καταλάβεις πως οι ήρωες δεν ζουν μόνο σε ουρανούς μακρινούς, αλλά γεννιούνται κάθε φορά που κάποιος διαλέγει να κρατήσει αναμμένο το μικρό του φως, ακόμα κι αν ο κόσμος γύρω του μοιάζει σκοτεινός.

Κι έτσι συνεχίζεται το παραμύθι, όχι σαν ιστορία που τελειώνει, αλλά σαν φεγγάρι που ξαναγίνεται.

Βασικός του σκοπός είναι η σωστή, η έγκυρη και γρήγορη ενημέρωση του πολίτη. Μας ενδιαφέρει η πληροφορία που μεταδίδουμε να έχει αποτέλεσμα και όχι να γράψουμε απλά για να γράψουμε.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

More in ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ... ΖΩΗΣ