Connect with us

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ

Το Δηλητήριο και το Φως

Η Μεγάλη Εβδομάδα είχε σκεπάσει την πόλη σαν πέπλο βαρύ, σχεδόν ιερό, κι όμως μέσα του έκρυβε μια παράξενη ταραχή.

Τα καντήλια τρεμόπαιζαν, οι ψαλμωδίες κυλούσαν σαν ποτάμι αρχαίο, κι ο παπάς, με φωνή βαθιά και κουρασμένη, μιλούσε για αγάπη.

Αγάπη για όλους, έλεγε. Για τον ξένο, για τον αμαρτωλό, για τον εχθρό. Οι λέξεις του ανέβαιναν στον θόλο της εκκλησίας και γύριζαν πίσω σαν ηχώ, μα κάτι μέσα τους έμοιαζε να σπάει πριν φτάσει στις καρδιές.

 

Γιατί έξω από τα λόγια, μέσα στα βλέμματα, υπήρχε κάτι άλλο. Κάτι σκληρό. Κάτι που έμοιαζε με σιωπηλή απειλή. Ήταν σαν να ένιωθες πως, αν τολμούσες να είσαι διαφορετικός, να σταθείς λίγο πιο πέρα από την ευθεία γραμμή, θα σε έσπρωχναν πίσω με βία. Όχι με χέρια, αλλά με λέξεις κοφτερές, με βλέμματα που έκοβαν σαν μαχαίρι.

 

Οι άνθρωποι στα στασίδια κρατούσαν τα κεριά τους με ευλάβεια, μα τα δάχτυλά τους έσφιγγαν σαν να κρατούσαν κάτι άλλο. Ίσως θυμό. Ίσως φόβο. Ίσως εκείνο το παλιό δηλητήριο που περνά από γενιά σε γενιά χωρίς να το καταλαβαίνεις. Σαν φίδι που κρύβεται μέσα στο χώμα της ψυχής και περιμένει τη στιγμή να σηκώσει κεφάλι.

 

Και τα παιδιά;

Τα παιδιά κοιτούσαν. Πάντα κοιτούν. Δεν ακούν μόνο τα λόγια· βλέπουν τον τρόπο που λες την αγάπη. Μαθαίνουν όχι από το «αγαπάτε αλλήλους», αλλά από το πώς σφίγγεις τα χείλη όταν περνά κάποιος που δεν σου μοιάζει. Από το πώς αλλάζει το πρόσωπό σου όταν ψιθυρίζεις κρίσεις, όταν στάζεις ειρωνεία, όταν ντύνεις την απόρριψη με ευσέβεια.

 

Έτσι το δηλητήριο δεν φωνάζει. Δεν έρχεται με κραυγές. Έρχεται ήσυχα, σχεδόν ευγενικά. Σαν συμβουλή. Σαν «πρέπει». Σαν «έτσι είναι τα πράγματα». Και τα παιδιά το πίνουν χωρίς να το καταλάβουν, γιατί τους το προσφέρουν αυτοί που αγαπούν, αυτοί που εμπιστεύονται. Και μεγαλώνουν με μια παράξενη διπλή γλώσσα άλλη για την εκκλησία, άλλη για τον κόσμο.

 

Μα η εκκλησία δεν είναι οι τοίχοι. Δεν είναι τα μάρμαρα, ούτε τα χρυσά. Είναι ο άνθρωπος που στέκεται απέναντι στον άλλον και διαλέγει τι θα γίνει γέφυρα ή τείχος. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή επιλογή, κρίνεται η αλήθεια των λόγων.

 

Εκείνο το βράδυ, καθώς η λειτουργία τελείωνε, ένας γέρος έμεινε πίσω. Δεν έφυγε με τους άλλους. Κοίταζε τα κεριά που έσβηναν ένα ένα. Ίσως γιατί ήξερε. Ίσως γιατί είχε δει πολλά. Στο πρόσωπό του υπήρχε μια θλίψη, αλλά και μια γαλήνη που δεν έμοιαζε με παραίτηση.

 

«Η αγάπη», ψιθύρισε, «δεν λέγεται. Φαίνεται».

 

Και αυτή η φράση έμεινε να αιωρείται, πιο δυνατή από το κήρυγμα. Γιατί η αγάπη δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια. Δεν χρειάζεται φωνές. Χρειάζεται μικρές πράξεις που δεν φαίνονται. Ένα βλέμμα που δεν κρίνει. Ένα χέρι που δεν σπρώχνει. Μια σιωπή που δεν κρύβει περιφρόνηση.

 

Το δηλητήριο του φιδιού δεν φεύγει εύκολα. Έχει ριζώσει βαθιά. Μα υπάρχει κάτι πιο δυνατό. Όχι η οργή. Όχι η καταγγελία. Αλλά η επίμονη, σχεδόν πεισματική καλοσύνη. Εκείνη που δεν ανταποδίδει το σκοτάδι με σκοτάδι.

 

Γιατί, στο τέλος, κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του και το φίδι και το φως. Και κάθε μέρα διαλέγει ποιο θα ταΐσει. Δεν είναι εύκολη επιλογή. Είναι όμως η μόνη που αξίζει.

 

Και ίσως, κάποια Μεγάλη Εβδομάδα, τα λόγια να πάψουν να σπάνε πριν φτάσουν στην καρδιά.

Ίσως τότε η αγάπη να μην είναι απλώς ήχος, αλλά πράξη. Ίσως τότε τα παιδιά να μάθουν χωρίς δηλητήριο. Ίσως τότε η εκκλησία να γίνει αυτό που πάντα υποσχόταν ένας τόπος όπου κανείς δεν φοβάται.

 

Μέχρι τότε, η σιωπηλή μάχη συνεχίζεται. Μέσα μας.

Α.Σ.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

More in ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ