Το δωμάτιο είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Το φως έπεφτε λοξά από την κουρτίνα κι έπιανε στο πρόσωπό της μια γλυκιά ανεπαίσθητη σκιά. Εκείνος έμεινε μπροστά της, τώρα πια αρκετά κοντά ώστε να ακούει την ανάσα της· όχι όμως τόσο κοντά ώστε να τη μπερδέψει με τη δική του.
Η απόσταση ανάμεσά τους είχε μετατραπεί σε λεπτή, διαφανή γραμμή. Ένα όριο. Ένα παραλίγο.
Εκείνη έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, σαν να δοκίμαζε μέσα της το βάρος όσων δεν είχαν ειπωθεί.
«Δεν ξέρω τι φοβάμαι περισσότερο», ψιθύρισε, «το φιλί… ή αυτό που έρχεται μετά από αυτό.»
Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Δεν είχε λέξεις έτοιμες, δεν υπήρχε καμία φράση που να μπορεί να ασφαλίσει μια τέτοια στιγμή.
Έκανε όμως κάτι άλλο· άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά τον καρπό της. Όχι για να τη δεσμεύσει. Μόνο για να της δείξει πως ήταν εκεί.
Το βλέμμα της άνοιξε, ήρεμο, σχεδόν γυμνό.
Και τότε κατάλαβαν και οι δύο το ίδιο πράγμα:
Πως μερικά φιλιά δεν ξεκινούν από τα χείλη.
Αλλά από τη μνήμη του τι θα μπορούσε να συμβεί, αν κανείς δεν φοβόταν.
Δεν φιλήθηκαν.
Όμως όταν έφυγε εκείνο το βράδυ, το δωμάτιο είχε ήδη αποτυπώσει το πρώτο φιλί που δεν έγινε ποτέ.
Κι αυτό, ήξεραν και οι δύο, θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να ξεχαστεί.
Τις επόμενες μέρες, η σκέψη εκείνου του μη-φιλιού απλωνόταν ανάμεσά τους σαν λεπτή, αθέατη κλωστή. Δεν είχε γίνει κάτι, κι όμως κάτι είχε ήδη αλλάξει. Τα βλέμματα κρατούσαν περισσότερο, οι λέξεις έβγαιναν πιο προσεκτικές, σαν να δοκίμαζαν το έδαφος πριν πατήσουν.
Συναντήθηκαν ξανά στο ίδιο δωμάτιο, όχι από σύμπτωση. Εκείνη καθόταν στο πάτωμα αυτή τη φορά, με τα γόνατα λυγισμένα και την πλάτη στον τοίχο, σαν να ήθελε να νιώθει κάτι σταθερό πίσω της. Εκείνος κάθισε απέναντί της, στο ίδιο ύψος.
«Σκέφτηκες αυτό που δεν έγινε;» ρώτησε εκείνος.
Δεν χαμογέλασε. Δεν προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.
«Το σκέφτηκα αρκετά ώστε να καταλάβω ότι φοβάμαι αυτό που κρατά περισσότερο από μια στιγμή,» απάντησε. «Γιατί οι στιγμές φεύγουν. Οι συνήθειες μένουν.»
Εκείνος έγειρε το κεφάλι, σαν κάποιος που συμφωνεί χωρίς να νιώθει την ανάγκη να το πει.
«Και αν η συνήθεια δεν είναι φυλακή; Αν είναι τρόπος να θυμάσαι ότι δεν είσαι μόνη;»
Το βλέμμα της λύγισε για πρώτη φορά.
Όχι από δάκρυα — από παραδοχή.
Σηκώθηκε αργά, τον πλησίασε χωρίς θόρυβο. Η απόσταση που είχαν κρατήσει τόσο προσεκτικά τις προηγούμενες φορές συρρικνώθηκε, όχι από παρόρμηση, αλλά από αποφασισμένη απλότητα.
«Δεν θέλω ένα φιλί που θα γίνει συνήθεια επειδή φοβάμαι να το χάσω,» είπε. «Θέλω ένα φιλί που θα το θυμάμαι επειδή διάλεξα να το κρατήσω.»
Εκείνος έμεινε ακίνητος.
Δεν άγγιξε.
Δεν διεκδίκησε.
«Τότε μην το κάνεις συνήθεια,» είπε ήρεμα. «Κάν’ το επιλογή.»
Εκείνη άφησε την ανάσα της να τον αγγίξει πριν το κάνουν τα χείλη της.
Το φιλί που ακολούθησε δεν ήταν γρήγορο ούτε έντονο. Ήταν σταθερό, καθαρό, ακριβές — σαν κάποιος να υπογράφει μια υπόσχεση που δεν χρειάζεται λόγια.
Κι αυτό το φιλί, το πραγματικό, δεν χρειάστηκε μνήμη.
Έμεινε.
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑ
Ο Πόνος Δεν Έχει Προτεραιότητα
Κρήτη_Νιουζάκια
Ζευγάρι με κινητικά προβλήματα χορεύει στην Λότζια
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ
Χρόνια Πολλά στο Ηράκλειο!
ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΠΛΟΙΑ
ΝΕΑΡΧΟΣ Κ: Το νέο απόκτημα της Creta Cargo Lines στο Ηράκλειο
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Έφτασε στο Ηράκλειο το Άγιο Φως (εικόνες)